κινδυνεύω


κινδυνεύω
[киндинэво] ρ. быть в опасности, рисковать,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κινδυνεύω" в других словарях:

  • κινδυνεύω — κινδυνεύω, κινδύνεψα βλ. πίν. 17 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • κινδυνεύω — και κιντυνεύω κινδύνευσα και κιντύνεψα 1. διατρέχω κίνδυνο: Ο ασθενής κινδυνεύει. 2. ριψοκινδυνεύω: Κινδύνευσε τη ζωή του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κινδυνεύω — κινδῡνεύω , κινδυνεύω to be daring pres subj act 1st sg κινδῡνεύω , κινδυνεύω to be daring pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κινδυνεύω — και κιντυνεύω και κινδυνεύγω (ΑΜ κινδυνεύω και μέσ. κινδυνεύομαι) [κίνδυνος] 1. βάζω τον εαυτό μου σε κίνδυνο, εκτίθεμαι σε κάποιον κίνδυνο ή σε μία επικίνδυνη κατάσταση (α. «κινδυνεύεις με το να καπνίζεις τόσο πολύ» β. «ἑτοίμως κινδυνεύειν πρός… …   Dictionary of Greek

  • κινδυνεύοντ' — κινδῡνεύοντα , κινδυνεύω to be daring pres part act neut nom/voc/acc pl κινδῡνεύοντα , κινδυνεύω to be daring pres part act masc acc sg κινδῡνεύοντι , κινδυνεύω to be daring pres part act masc/neut dat sg κινδῡνεύοντι , κινδυνεύω to be daring …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κινδυνεύεθ' — κινδῡνεύετε , κινδυνεύω to be daring pres imperat act 2nd pl κινδῡνεύετε , κινδυνεύω to be daring pres ind act 2nd pl κινδῡνεύεται , κινδυνεύω to be daring pres ind mp 3rd sg κινδῡνεύετο , κινδυνεύω to be daring imperf ind mp 3rd sg (homeric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κινδυνεύετον — κινδῡνεύετον , κινδυνεύω to be daring pres imperat act 2nd dual κινδῡνεύετον , κινδυνεύω to be daring pres ind act 3rd dual κινδῡνεύετον , κινδυνεύω to be daring pres ind act 2nd dual κινδῡνεύετον , κινδυνεύω to be daring imperf ind act 2nd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κινδυνεύσετ' — κινδῡνεύσετε , κινδυνεύω to be daring aor subj act 2nd pl (epic) κινδῡνεύσετε , κινδυνεύω to be daring fut ind act 2nd pl κινδῡνεύσεται , κινδυνεύω to be daring aor subj mid 3rd sg (epic) κινδῡνεύσεται , κινδυνεύω to be daring fut ind mid 3rd …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανακινδυνεύω — ἀνακινδυνεύω (Α) κινδυνεύω εκ νέου ή απλώς κινδυνεύω, διατρέχω κίνδυνο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + κινδυνεύω] …   Dictionary of Greek

  • κινδυνεύετε — κινδῡνεύετε , κινδυνεύω to be daring pres imperat act 2nd pl κινδῡνεύετε , κινδυνεύω to be daring pres ind act 2nd pl κινδῡνεύετε , κινδυνεύω to be daring imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)